φαινόλη

φαινόλη
η хим. фенол

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "φαινόλη" в других словарях:

  • φαινόλῃ — φαινόλη paenula fem dat sg (attic epic ionic) φαινόλης paenula masc dat sg (attic epic ionic) φαινόληι , φαινόλις light bringing fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαινόλη — (I) και δωρ. τ. φαινόλα και φαίνουλα και παίνουλα και πένουλα, ἡ, Α ο φαινόλης*. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. φαινόλης (ὁ), κατά τα θηλ. Οι τ. φαίνουλα, παίνουλα, πένουλα έχουν σχηματιστεί κατ επίδραση τού λατ. paenula (< φαινόλης*)]. (II) η, Ν… …   Dictionary of Greek

  • φαινόλη — η (χημ.), αρκετά δηλητηριώδες συστατικό του βαρίου λαδιού της λιθανθρακόπισσας, που χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό και είναι χρήσιμο στην κατασκευή διάφορων χρωστικών, πλαστικών υλών και φαρμάκων, φαινέλαιο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαινόληι — φαινόλῃ , φαινόλη paenula fem dat sg (attic epic ionic) φαινόλῃ , φαινόλης paenula masc dat sg (attic epic ionic) φαινόλις light bringing fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρβακρόλη — Φαινόλη, ισομερής προς τη θυμόλη, του τύπου C10H13OH. Αποτελεί το κύριο συστατικό ορισμένων αιθέριων ελαίων, όπως το θυμέλαιο, το ριγανέλαιο κ.ά. Είναι άχρωμο, παχύρρευστο υγρό, με σημείο τήξης 0,5°C και σημείο βρασμού περίπου 240°C. Σχηματίζεται …   Dictionary of Greek

  • φαινόλαις — φαινόλη paenula fem dat pl φαινόλης paenula masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαινόλην — φαινόλη paenula fem acc sg (attic epic ionic) φαινόλης paenula masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαινόλης — φαινόλη paenula fem gen sg (attic epic ionic) φαινόλης paenula masc nom sg φαινόλις light bringing fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαινολικός — ή, ό, Ν [φαινόλη (Ι)] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην φαινόλη (Ι) 2. ονομασία τών ενώσεων που προέρχονται από την φαινόλη (Ι) …   Dictionary of Greek

  • ασηψία — Η πλήρης απουσία παθογόνων μικροβίων και σαπροφύτων. Η α. αποτελεί αρκετά πρόσφατη κατάκτηση της ιατρικής και κυρίως της χειρουργικής. Οι πρώτες προσπάθειες ανάγονται στις αρχές του 19ου αι. και απέβλεπαν στην καταστροφή με διάφορες χημικές ή… …   Dictionary of Greek

  • νάιλον — Η γνωστότερη και πιο διαδεδομένη συνθετική ίνα. Ανήκει στην κατηγορία των πολυαμιδικών ινών, οι οποίες ονομάζονται έτσι γιατί στη σύστασή τους μετέχουν αμιδικές ομάδες NH CO . To ν. ανακαλύφθηκε χάρη στις μελέτες του Αμερικανού χημικού Κεράδερς,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»